Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Πνευ

μππΠνευματικοί Πατέρες.

Ware Καλλίστου, Επισκόπου Διοκλείας, Ο Ορθόδοξος Δρόμος,
εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή- Χορν, Αθήνα 1984,σελ. 111-115.

Στην Ορθόδοξη παράδοση η άμεση δράση του παρακλήτου μέσα στη Χριστιανική κοινότητα είν' εντυπωσιακά φανερή σε δύο «πνευματοφόρες» μορφές· τούς γέροντες ή πνευματικούς πατέρες και τους δια Χριστόν σαλούς.
Ο γέροντας, γνωστός στα ελληνικά ως «γέρων» και στα ρωσικά ως «στάρετς» δεν είναι ανάγκη να είναι οπωσδήποτε ηλικιωμένος, αλλά να είναι σοφός ως προς την εμπειρία του για την θεία αλήθεια και ευλογημένος με την χάρη της «πνευματικής πατρότητας», με το χάρισμα να καθοδηγεί άλλους στην Οδό. Αυτό που προσφέρει στα πνευματικά του παιδιά δεν είναι κυρίως ηθικές οδηγίες ή ένας κανόνας ζωής, αλλά μία προσωπική σχέση. «Ένας στάρετς», λέει ο Dostoevsky, « είν ' αυτός που παίρνει τη ψυχή σου, τη θέλησή σου μέσα στη δική του ψυχή και θέληση». Οι μαθητές του π. Ζαχαρία συνήθιζαν να λένε γι' αυτόν: «Ήταν σαν να κρατούσε τις καρδιές μας μέσα στα χέρια του».
Ο στάρετς είναι ο άνθρωπος της εσωτερικής ησυχίας που δίπλα του μπορούν χιλιάδες να βρουν σωτηρία. Το ’γιο Πνεύμα του έχει δώσει, σαν καρπό της προσευχής του και της άρνησης του εαυτού του, το δώρο της διόρασης ή διάκρισης που τον κάνει ικανό να διαβάζει τα μυστικά στις καρδιές των ανθρώπων· κι έτσι απαντάει, όχι μόνο στις ερωτήσεις που οι άλλοι του θέτουν, αλλά επίσης στις ερωτήσεις- συχνά πολύ πιο θεμελιώδεις- που ούτε καν είχαν σκεφτεί να ρωτήσουν. Σε συνδυασμό με το δώρο της διόρασης έχει και το δώρο της πνευματικής θεραπείας, τη δύναμη ν' αποκαθιστά τις ψυχές των ανθρώπων και μερικές φορές και τα σώματά τους. Αυτή την πνευματική θεραπεία την παρέχει όχι μόνο με τα συμβουλευτικά του λόγια αλλά και με την σιωπή του και με την ίδια την παρουσία του. Όσο σημαντική μπορεί να είναι η συμβουλή του, πολύ πιο σημαντική είναι η μεσολαβητική του προσευχή. Ολοκληρώνει τα παιδιά του με το να προσεύχεται διαρκώς γι' αυτά, με το να δέχεται τις χαρές και τις λύπες τους σαν να ήταν δικές του, με το να παίρνει στους ώμους του το φορτίο της ενοχής τους ή της ανησυχίας τους. Κανείς δεν μπορεί να είναι στάρετς, αν δεν προσεύχεται επίμονα για τους άλλους.
Αν ο στάρετς είναι ιερέας, συνήθως η αποστολή του της πνευματικής καθοδήγησης είναι στενά συνδεδεμένη με το μυστήριο της εξομολόγησης. Αλλά ένας στάρετς στην πλήρη έννοια, όπως περιγράφεται από τον Dostoevsky ή εξηγείται από τον π. Ζαχαρία, είναι κάτι περισσότερο από έναν ιερέα- εξομολόγο. Ένας στάρετς, στην πλήρη έννοια, δεν μπορεί να διοριστεί από κάποια ανώτερη εξουσία. Αυτό που συμβαίνει είναι απλώς ότι το ’γιο Πνεύμα, μιλώντας κατευθείαν στις καρδιές των Χριστιανών, αποκαλύπτει ότι αυτό ή εκείνο το πρόσωπο έχει ευλογηθεί από το Θεό με τη χάρη να καθοδηγεί και να θεραπεύει άλλους. Ο αληθινός στάρετς με αυτήν την έννοια είναι μια προφητική μορφή και όχι κάποιος επίσημος αξιωματούχος. Αν και συνηθέστατα είναι ιερομόναχος, μπορεί επίσης να είναι έγγαμος ιερέας κάποιας ενορίας, ή άλλοτε- αλλ ' αυτό είναι λιγότερο συχνό- μια μοναχή ή ένας λαϊκός, άνδρας ή γυναίκα, που ζει έξω στον κόσμο. Αν ο στάρετς δεν είναι ο ίδιος ιερέας, αφού ακούσει τα προβλήματα των ανθρώπων και δώσει συμβουλές, συχνά τους στέλνει σε κάποιον ιερέα για το μυστήριο της εξομολόγησης και την άφεση.
Η σχέση ανάμεσα στο παιδί και τον πνευματικό πατέρα ποικίλει πάρα πολύ. Μερικοί επισκέπτονται ένα στάρετς ίσως μία ή δύο φορές σ' όλη τους τη ζωή, σε μία στιγμή ιδιαίτερα κρίσιμη, ενώ άλλοι είναι σε συχνή επαφή με τον στάρετς τους βλέποντάς τον κάθε μήνα ή ακόμη και κάθε μέρα. Κανόνες δεν μπορούν να μπουν από πριν· ο σύνδεσμος μεγαλώνει μόνος του κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Πνεύματος.
Πάντοτε η σχέση είναι προσωπική. Ο στάρετς δεν δίνει αφηρημένους κανόνες μαθημένους από κάποιο βιβλίο- όπως στην «περιπτωσιολογία» της Αντιμεταρρύθμισης των Καθολικών-, αλλά βλέπει σε κάθε περίπτωση αυτόν τον συγκεκριμένο άνδρα ή γυναίκα που βρίσκεται μπροστά του· και, φωτισμένος από το Πνεύμα, προσπαθεί να μεταδώσει το μοναδικό θέλημα του Θεού, ειδικά γι' αυτό το ένα πρόσωπο. Επειδή ο αληθινός στάρετς καταλαβαίνει και σέβεται τον ξεχωριστό χαρακτήρα του καθενός, δεν καταπιέζει την εσωτερική ελευθερία αλλά την ενδυναμώνει. Δεν σκοπεύει στο να αποσπάσει μια μηχανική υπακοή, αλλά οδηγεί τα παιδιά του ως το σημείο της πνευματικής ωριμότητας, όπου μπορούν να αποφασίσουν μόνα τους. Στον καθένα δείχνει το αληθινό του ή αληθινό της πρόσωπο, που πριν ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος κρυμμένο από αυτό το πρόσωπο· και ο λόγος του είναι δημιουργικός και ζωοποιός, ικανώνοντας τον άλλο να κατορθώσει έργα που πριν φαίνονταν αδύνατα. Αλλά όλ ' αυτά ο στάρετς μπορεί να τα πετύχει μόνο γιατί αγαπάει τον καθένα προσωπικά. Επιπλέον η σχέση είναι αμοιβαία· ο στάρετς δεν μπορεί να βοηθήσει τον άλλο αν εκείνος δεν επιθυμεί σοβαρά να αλλάξει τον τρόπο ζωής του και ν' ανοίξει την καρδιά του με τρυφερή εμπιστοσύνη στον στάρετς. Αυτός που πηγαίνει να δει έναν στάρετς με πνεύμα κριτικής περιέργειας, είναι πιθανό να επιστρέψει με άδεια χέρια, χωρίς να έχει εντυπωσιαστεί.
Επειδή η σχέση είναι πάντα προσωπική, ένας ορισμένος στάρετς δεν μπορεί να βοηθήσει εξίσου τον καθένα. Μπορεί να βοηθήσει μόνον εκείνους που έχουν σταλεί ειδικά σ' αυτόν από το Πνεύμα. Το ίδιο και ο μαθητής δεν θα έπρεπε να λέει, «ο δικός μου στάρετς είναι καλύτερος απ' όλους τους άλλους». Θα έπρεπε να λέει μόνο: «Ο στάρετς μου είναι ο καλύτερος για μένα».
Στην καθοδήγηση των άλλων, ο πνευματικός πατέρας περιμένει το θέλημα και τη φωνή του Αγίου Πνεύματος. «Δίνω μόνο ό,τι ο Θεός μου λέει να δώσω», είπε ο αγ. Σεραφείμ. «Πιστεύω ότι ο πρώτος λόγος που μού έρχεται είναι εμπνευσμένος από το ’γιο Πνεύμα». Είναι φανερό ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο, παρά μόνο αν, με ασκητική προσπάθεια και προσευχή, έχει αποκτήσει μια εξαιρετικά έντονη επίγνωση της παρουσίας του Θεού. Για τον οποιοδήποτε που δεν έχει φτάσει σ' αυτό το επίπεδο, μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν θρασεία- και ανεύθυνη.
Ο π. Ζαχαρίας μιλάει όπως ο αγ. Σεραφείμ: Μερικές φορές ένας άνθρωπος δεν ξέρει ούτε ο ίδιος τι θα πει. Ο ίδιος ο Κύριος μιλάει με τα χείλη του· έτσι πρέπει κανείς να προσεύχεται: «Ω Κύριε, ας ζήσεις μέσα μου, ας μιλήσεις μέσ ' από μένα, ας δράσεις μέσ ' από μένα». Όταν ο Κύριος μιλάει μέσ ' από τα χείλη ενός ανθρώπου, τότε όλα τα λόγια αυτού του ανθρώπου έχουν αποτέλεσμα και ό,τι λέει εκπληρώνεται. Ο ίδιος ο άνθρωπος που μιλάει εκπλήσσεται μ' αυτό… Μόνο δεν πρέπει κανείς να επαφίεται στη σοφία».
Η σχέση ανάμεσα στον πνευματικό πατέρα και το παιδί εκτείνεται πέρα από τον θάνατο, στην τελική κρίση. Ο π. Ζαχαρίας επιβεβαίωσε τους μαθητές του: «Μετά το θάνατο θα είμαι πολύ πιο ζωντανός, απ' όσο τώρα, γι' αυτό μην λυπηθείτε όταν πεθάνω…Την ημέρα της κρίσης οι γέροντες θα πουν: Ιδού εγώ και τα παιδιά μου» Ο αγ. Σεραφείμ ζήτησε να σκαλιστούν στον τάφο του αυτά τ' αξιόλογα λόγια:
Όταν πεθάνω, ελάτε σε μένα στον τάφο μου, και όσο συχνότερα, τόσο καλύτερα. Ό,τι είναι μέσα στην ψυχή σας, ό,τι τυχόν σας συμβεί, ελάτε σε μένα, όπως όταν ήμουν ζωντανός, και γονατίζοντας στο έδαφος, ρίξτε όλη σας την πίκρα πάνω στον τάφο μου. Πέστε μου το κάθε τι και θα σας ακούσω· και όλ ' η πίκρα θα φύγει μακριά σας. Και όπως μου μιλούσατε όταν ήμουν ζωντανός, κάντε το και τώρα. Γιατί ζω και θα ζω παντοτεινά.
Οπωσδήποτε, όλοι οι Ορθόδοξοι δεν έχουν τον δικό τους πνευματικό πατέρα. Τι πρέπει να κάνουμε όμως αν ψάχνουμε για έναν οδηγό και δεν μπορούμε να βρούμε κάποιον; Βέβαια είναι δυνατό να μάθουμε από βιβλία· είτε έχουμε είτε δεν έχουμε ένα στάρετς, κοιτάζουμε τη Γραφή για συνεχή καθοδήγηση. Αλλά η δυσκολία με τα βιβλία είναι να γνωρίσουμε ακριβώς τι εφαρμόζεται σε μένα προσωπικά σ' αυτό το συγκεκριμένο σημείο στο ταξίδι μου. Εκτός από τα βιβλία κι εκτός από την πνευματική πατρότητα, υπάρχει επίσης πνευματική αδελφότητα- η βοήθεια που μας δίνεται όχι από διδασκάλους εν Κυρίω, αλλ ' από τους συμμαθητές μας. Δεν πρέπει να αμελούμε τις ευκαιρίες που μας προσφέρονται σ' αυτή τη μορφή. Εκείνοι που ακολουθούν σοβαρά την Οδό, θα πρέπει επιπλέον να κάνουν κάθε προσπάθεια για να βρουν ένα πατέρα εν Αγίω Πνευμάτι. Αν ψάχνουν ταπεινά, αναμφίβολα θα τους δοθεί η καθοδήγηση που ζητούν. Όχι βέβαια ότι θα βρουν συχνά ένα στάρετς όπως ο αγ. Σεραφείμ ή ο π. Ζαχαρίας. Θα πρέπει να προσέχουμε καθώς περιμένουμε κάτι πιο εντυπωσιακό εξωτερικά, παραβλέψουμε τη βοήθεια που πράγματι μας προσφέρει ο Θεός. Κάποιος που στα μάτια των άλλων είναι ασήμαντος ίσως αποδειχθεί ότι είναι εκείνος ο πνευματικός πατέρας που μπορεί να πει, σε μένα προσωπικά, τα φλογερά λόγια που πάνω απ' όλα έχω ανάγκη ν' ακούσω.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017


ΕΚΤΑΚΤΟ...

Ο Μουσικολογιώτατος και Καλλιφωνότατος - Ηπειρώτης στη καταγωγή -Αρχιμανδρίτης Σιλουανός Λάμπρου,
απο την 1η Αυγούστου - προσωπική εκλογή και επιλογή -, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φωκίδος κυρίου Θεοκτίστου, ετοποθετήθη Ιερατικός Προιστάμενος και Πνευματικός, στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου πόλεως Αμφίσσης. 
Ο Αρχιμανδρίτης Σιλουανός αναλαμβάνει την Ενορία για την πνευματική πρόοδο και ανασυγκρότηση του ποιμαντικού υψηλού έργου. 


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017


Ραντεβού τον Σεπτέμβριο. 
Ο Θεός μαζί μας. 
Αρχιμ. Σιλουανός. 

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (11 ΙΟΥΝΙΟΥ)



Η ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ.



«Ός ού λαμβάνει τόν σταυρόν αυτού και ακολουθεί όπίσω μου, ούκ έστι μου άξιος»



Τά λόγια αυτά του Κυρίου μας είναι πολύ σημαντικά. Τά απευθύνει στους αγαπημένους του μαθητές, άλλα και στους μαθητές όλων των αιώνων. Ζητάει ο Κύριος Ιησούς νά τον ομολογούμε με αγάπη και αυτα­πάρνηση. Και στη συνέχεια μάς τονί­ζει ότι «όποιος δεν παίρνει σταθερή απόφαση νά υποστεί κάθε ταλαιπω­ρία και σταυρικό ακόμη θάνατο για την πίστη ατό άγιο Πρόσωπο του και δεν τον ακολουθεί ως αρχηγό και υπό­δειγμα του, δεν είναι άξιος γι' Αυτόν».



Αυτήν την μεγάλη αυταπάρνηση έδειξαν οι Άγιοι Πάντες με θαρρετή ομολογία, με ταλαιπωρίες αφάντα­στες και με βασανιστήρια και μαρτύ­ρια φοβερά, ακόμη και με σταυρικό θάνατο, χάριν του Χρίστου.



Όλοι οι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές πού τιμά ιδιαιτέρως σήμερα ή Εκκλησία μας είχαν ηρωισμό και αυτοθυσία. Παρουσίασαν γενναιότη­τα και αυταπάρνηση.



Απαρνήθηκαν ελεύθερα πρώτα-πρώτα τον εαυτό τους. Απαρνήθη­καν τις αδυναμίες τους.



Απαρνήθηκαν τά εγκόσμια και την προσκόλληση σε πρόσωπα και πράγματα. Είχαν χρήματα πολλά και τά έδωσαν όλα, για τούς φτωχούς, για νά ζήσουν άγια ζωή και αγγελική πολιτεία. Άλλοι όμως, σαν τον Μέγα Βασίλειο Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας εργάστηκαν μέσα στον κόσμο και με την περιουσία τους έφτιαξαν Βασιλειάδες, ιδρύματα πρότυπα της αγά­πης και του ελέους για τούς φτωχούς, τούς λεπρούς, τά ορφανά, τους γέρον­τες.



Πήραν στα σοβαρά την εντολή τοϋ Χριστού, πού αναφέρεται στη σημε­ρινή Ευαγγελική περικοπή, «Εκείνος πού αγαπά τον πατέρα ή την μητέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος νά λέγεται μαθητής μου. Και εκείνος πού αγαπά τον γιο του ή την κόρη του παραπάνω από μένα δεν εί­ναι άξιος νά λέγεται μαθητής μου».



Αγάπησαν τον Κύριο Ιησού πα­ραπάνω άπό τούς γονείς και από τά παιδιά τους οι Άγιοι Πάντες, όπως ή Φαβιόλα, ή αγία Βαρβάρα, ή άγια Ειρήνη, ο άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης και τόσοι άλλοι ανώνυμοι και επώνυμοι μάρτυρες. Γιατί δεν είχαν καμία προσκόλληση στα γήινα και πρόσκαιρα και ποθούσαν τά επουρά­νια.



Γιατί ο Χριστός είχε γίνει ή πρώ­τη και μεγάλη τους αγάπη. Κι αύτη ή αγάπη τοϋ Χριστού ξεπερνούσε κάθε άλλη αγάπη και του πατέρα και τής μητέρας και του παιδιού.



Και μείς λοιπόν οι σημερινοί μαθητές του Ιησού καλούμεθα νά ζή­σουμε τη χριστιανική μας ζωή με αυ­ταπάρνηση, όπως οι Άγιοι Πάντες. Απαρνήθηκαν εκείνοι τον εαυτό τους, νά απαρνηθούμε και μείς τον εαυτό μας.



Γιατί τι είναι αυτός ο εαυτός μας; Είναι το είδωλο μας, το εγώ μας. Μακριά άπό τη χάρη του Χριστού ο άνθρωπος είναι εγωκεντρικός. Άξονας όλου του κόσμου γίνεται ο εαυ­τός του. Παντού και πάντοτε, ανα­ζητά ο άνθρωπος τον εαυτό του.



Κριτήριο δεν είναι ή αλήθεια τοϋ Χριστού ούτε ή πίστη ούτε το Ευαγ­γέλιο ούτε το συμφέρον του συνόλου, αλλά το στενό προσωπικό συμφέρον και ή ικανοποίηση των εγωιστικών θελημάτων.



'Αλλά αυτός πού ανήκει στον Χρι­στό και θέλει νά ζει με αυταπάρνηση, δεν έχει δικό του θέλημα. Το θέλημα του προσπαθεί νά ταυτίζεται με το θέλημα του Χρίστου.



Ό καθένας μας είναι ελεύθερος νά διάλεξη τον Χριστό ή τον κόσμο πού αντιστρατεύεται στο θέλημα του Χρι­στού. Άπό τη στιγμή όμως πού θα διάλεξη τον Χριστό για Κύριο της ψυ­χής του και της ζωής του. απαρνιέ­ται θεληματικά τά θελήματα του κό­σμου και του κακού εαυτού του και προσφέρει άνευ όρων τη θέληση του στον Χριστό.



Πράγματι είναι πολύ δύσκολο και χρειάζεται ηρωισμός στην φίλαυτη εποχή μας, ν απαρνηθεί κανείς το θέλημα του και νά εφαρμόζει κάθε μέρα το θέλημα του θεού.



Αυτό το διαπιστώνουμε πολύ εύ­κολα, όταν καλούμεθα νά απαρνη­θούμε την αυταρέσκεια μας. Ό,τι μάς αρέσει θέλουμε νά το κάνουμε οπωσ­δήποτε. Δεν κοιτάμε όμως αν αυτό που μάς αρέσει, είναι αρεστό στον θεό.



Ό αυτάρεσκος άνθρωπος διασκε­δάζει, όπως του αρέσει, έστω κι αν βλάπτει την ψυχή του. Φοράει όποιο ρούχο κολακεύει τη φιλαρέσκεια του, έστω κι αν αυτό προκαλεί και σκανδαλίζει τούς άλλους. Διαβάζει ό,τι του αρέσει, έστω κι αν αυτό μολύνει το νου του και την καθαρότητα της καρδιάς του.



Αυταπάρνηση σημαίνει ή αυταρέ­σκεια, ή φιλαρέσκεια και ή άνθρωπαρέσκεια νά γίνουν θεαρέσκεια.



Αυτό δηλαδή πού πρέπει νά απασχολεί το νου και την καρδιά μας εί­ναι, πώς θα αρέσουμε στον Κύριο μας.

Για την αντιγραφή και την διασκευή: 
Αρχιμανδρίτης Σιλουανός Λάμπρου.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017




Οι ευχές της Πεντηκοστής, σε μετάφραση, απο τον  Μακαριστό Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Κάμπου και Φιλιππιάδας, Μελέτιο Καλαμαρά.



ΣΤΑΣΙΣ Α´



Αχραντε, ἀμίαντε, ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀνε-ξιχνίαστε, ἀναλλοίωτε, ἀνυπέρβλητε, ἀμέτρητε, ἀνεξίκακε, Κύριε, ὁ μόνος ἀθάνατος∙ τό φῶς τό ἀπρόσιτο· Σύ πού ἔφτιαξες τόν οὐρανό τήν γῆ καί τήν θάλασσα· καί τό κάθε τί, πού ὑπάρχει σέ αὐτά.
Σύ, πού πρίν ἀκόμα Σοῦ ζητήσωμε κάτι, μᾶς τό δίνεις:
Σέ παρακαλοῦμε καί Σέ ἱκετεύομε:
Δέσποτα φιλάνθρωπε, Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· πού γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους, καί γιά τήν σωτηρία μας, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ· καί μέ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔλαβε σάρκα ἀπό τήν ἔνδοξη Ἀειπάρθενο καί Θεοτόκο Μαρία, καί ἔγινε ἄνθρωπος! Καί ἄνθρωπος κοντά μας, πρῶτα μᾶς δίδαξε μέ λόγια· ὕστερα ὅμως μᾶς τό ἔδειξε ξεκάθαρα καί μέ ἔργα· Τότε πού βάδιζε πρός τό σωτήριο Πάθος· ἄφησε σέ μᾶς, τούς ταπεινούς καί ἁμαρτωλούς καί ἀνάξιους δούλους Σου, ὑπόδειγμα, ὅταν θέλωμε νά Σέ παρακαλέσωμε, νά συγχωρήσεις, σέ μᾶς τίς ἁμαρτίες μας, καί στόν λαό σου τά ἀπό ἄγνοια λάθη του, νά κλίνωμε τά γόνατα καί νά σκύβωμε τό κεφάλι.
Σύ λοιπόν, Πολυέλεε καί Φιλάνθρωπε, Θεέ Πατέρα ἄκουγέ μας, Σέ παρακαλοῦμε, ὅποτε καί ἄν Σέ ἐπικαλούμε-θα! Μά ἰδιαίτερα ἄκουσέ μας σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν μεγάλη ἑορτή τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀφοῦ ἀνελήφθη στούς οὐρανούς, καί ἐκάθισε στά δεξιά Σου, ἔστειλε στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Του τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Καί Ἐκεῖνο κατέβη καί ἐκάθισε στόν καθένα ἀπό αὐτούς· καί ἐγέμισαν ὅλοι μέ τήν ἀκένωτη χάρη Του· καί ἄρ-χισαν νά μιλοῦν ξένες γλῶσσες, ἄγνωστές τους μέχρι τότε· νά κηρύττουν τά μεγαλεῖα Σου· καί νά κάνουν προφητεῖες.
Τώρα λοιπόν, πού Σέ παρακαλοῦμε, εἰσάκουσέ μας·
· Θυμήσου μας, τούς ταπεινούς καί κατακρίτους·
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν ψυχῶν μας, Σύ τόσο μᾶς ἀγαπᾶς!
Γονατιστοί μπροστά Σου, Σοῦ φωνάζουμε:
· Δέξου μας, ἁμαρτήσαμε. Εἴμαστε ἔνοχοι ἐνώπιόν Σου! Μά μή τό ξεχνᾶς, πώς ἀπό τήν στιγμή πού γεννηθήκαμε, ἀφιερωθήκαμε σέ Σένα. Ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μας, Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Ἀλλά δέν πορευθήκαμε σωστά.
· Σέ ἐγκαταλείψαμε.
· Ἡ ζωή μας βουτήχθηκε στήν ἁμαρτία, γυμνωθήκαμε ἀπό τήν χάρη Σου, καί χάσαμε κάθε δικαίωμα, ἀκόμη καί νά Σοῦ μιλᾶμε!
Καί πάλι ὅμως, τήν ἐλπίδα μας σέ Σένα τήν στηρίζομε· στήν ἀπέραντη Εὐσπλαγχνία Σου.
Καί Σοῦ φωνάζομε:
· Μή θυμᾶσαι, Κύριε, τίς ἁμαρτίες μας, πού ἀπό ἄγνοι-ά μας ἐκάναμε στά νιᾶτα μας!
· Καθάρισέ μας ἀπό τό κάθε τι, πού βαρύνει τήν συνείδησή μας!
· Μή μᾶς ξεχνᾶς στά γηρατειά μας·
· Μή μᾶς ἐγκαταλείπεις, τότε πού σιγά-σιγά ἡ ζωή μας σβήνει.
· Ἀξίωσε μας, πρίν ξαναγυρίσωμε στήν γῆ, νά ἐπιστρέψουμε σέ Σένα!
· Δές μας μέ σπλαγχνική ματιά!
· Βάλε ἀντίβαρο στίς ἁμαρτίες μας τούς οἰκτιρμούς Σου.
· Ἀντίταξε στό πλῆθος τῶν πλημελημμάτων μας, τήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαγχνίας Σου!
· Δές, Κύριε, ἀπό τό ἅγιο κατοικητήριό Σου τόν λαό Σου, πού γονατιστός τριγύρω μου, περιμένει τό ἔλεός Σου.
· Ἔλα κοντά μας, μέ τήν καλωσύνη Σου.
· Ἀπάλλαξέ μας ἀπό τήν καταδυναστεία τοῦ Διαβόλου.
· Ἀσφάλισε τήν ζωή μας, μέ τόν ἅγιο νόμο Σου.
· Βάλε τόν λαό Σου κάτω ἀπό τήν προστασία τῶν ἀγγέλων Σου.
· Σύναξε μας ὅλους στήν βασιλεία Σου.
· Δῶσε συγγνώμη σέ ἐκείνους πού ἔχουν τήν ἐλπίδα τους σέ Σένα.
· Συγχώρεσέ μας, καί ἐμᾶς τούς κληρικούς καί ὅλον τόν λαό Σου, γιά τά ἁμαρτήματά μας.
· Καθάρισέ μας, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος.
· Διάλυσε τίς παγίδες, πού μᾶς στήνει ὁ διάβολος!
Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅλων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.


ΣΤΑΣΙΣ Β΄

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ καί Θεέ μας· τότε πού ἤσουν κοντά μας, ἐδῶ στήν γῆ, σ᾿ ἐκείνους πού Σέ πίστευαν Θεό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἔδινες τήν εἰρήνη Σου καί τήν δωρεά τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νά εἶναι γιά πάντα κληρονομία τους ἀναφαίρετη.
Αὐτήν τήν χάρη, αὐτήν τήν δωρεά, τήν ἔστειλες μέ τρόπο πολύ πιό φανερό, τήν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, στούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους Σου, ἀφοῦ ἐγέμισες τό στόμα τους μέ τήν χάρη, πού τούς ἔδωκαν οἱ πύρινες γλῶσσες· Καί τότε ὅλοι ἐμεῖς, ἄνθρωποι ἀπό διαφορετικά ἔθνη, ἀκούσαμε ἀπό τό στόμα τους, μέ τά ἴδια τά αὐτιά μας, καί στή δική μας γλῶσσα, ποῖος εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ἀπό τότε:
v Τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς φώτισε.
v Ἀπαλλαγήκαμε ἀπό τό νοητό σκοτάδι·
v πάψαμε νά ἔχωμε ψεύτικη θρησκεία· καί νά ζοῦμε στήν πλάνη!
v Ναί, ἀπό τότε, πού μέ τρόπο αἰσθητό στά φυσικά μας μάτια, διένειμες στούς ἀποστόλους Σου τίς πύρινες γλῶσσες, ἐμάθαμε νά πιστεύωμε σέ Σένα. Τότε φωτισθήκαμε, τό πιστεύομε, καί τό ὁμολογοῦμε, καί τό διακηρύττομε, ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Σύ, μαζί μέ τόν Πατέρα καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· ὁ ἕνας Θεός μας· μία Θεότης· μία Δύναμη καί μία Ἐξουσία.
Σύ λοιπόν, Κύριε, τό ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ ἀνάρχου Πατέρα μας, ὁ ἀπαράλλακτος καί ἀμετακίνητος χαρακτήρας τῆς Οὐσίας Του, ἡ πηγή τῆς Χάρης καί τῆς Σοφίας, ἄνοιξέ μου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τά χείλη! Καί δίδαξέ με, πῶς καί γιά τί πρέπει νά προσεύχωμαι.
Σύ ξέρεις, πόσες εἶναι οἱ ἁμαρτίες μου! Ἀλλά ἡ εὐσπλαγχνία Σου θά τίς νικήσει· ὅσες κι ἄν εἶναι! Νά, στέκω μπροστά Σου μέ φόβο! Καί ρίχνω τήν ἀπόγνωση τῆς ψυχῆς μου στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἐλέους Σου.
Κυβέρνησε τήν ζωή μου, Κύριε· Σύ πού κυβερνᾶς ὁλό-κληρη τήν κτίση· Σύ πού μέσα στήν τρικυμία τῆς ζωῆς αὐτῆς, εἶσαι τό ἤρεμο λιμάνι μας.
Ἀξίωσέ με νά μάθω τόν δρόμο Σου· καί νά τόν βαδίζω!
· Δῶσε μου Πνεῦμα σοφίας· νά κυβερνάει τήν σκέψη μου·
· Δῶσε μου Πνεῦμα συνέσεως, σέ μένα τόν ἀνόητο.
· Κάμε νά ἔχω Πνεῦμα εὐλάβειας καί φόβου, σέ ὅλες μου τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
· Δῶσε μου τό Πνεῦμα Σου τό εὐθές βαθειά μέσα στόν ψυχικό μου κόσμο!
· Δῶσε μου τό ἡγεμονικό Σου Πνεῦμα, νά κυβερνάει καί νά στηρίζει τούς λογισμούς μου καί τίς σκέψεις μου, πού ὅλο καί μοῦ ξεφεύγουν!
Γιατί μόνο ἔτσι, Κύριε, μόνο ἄν κάθε ἡμέρα, καί στό κάθε μου βῆμα, ὁδηγοῦμαι στό σωστό ἀπό τό Πνεῦμα Σου τό ἅγιο, θά γίνω ἄξιος νά τηρῶ τίς ἐντολές Σου, καί νά φέρνω συνεχῶς στήν μνήμη μου τήν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία Σου, πού θά ἔλθεις, νά μᾶς κρίνεις κατά τά ἔργα μας!
Μή μέ ἀφήνεις, Κύριε, νά μέ ξεγελᾶνε οἱ πρόσκαιρες καί φθαρτές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου τούτου ἀλλά βοήθησέ με, νά ἐπιθυμῶ νά ἀπολαύσω τούς θησαυρούς τῆς μέλλουσας ζωῆς.
Σύ Κύριε, μᾶς τό εἶπες: Ὅ,τι κι ἄν ζητήσει ὁ καθένας μας στό Ὄνομά Σου, θά τό πάρει ὁπωσδήποτε ἀπό τόν συναΐδιο Θεό Πατέρα Σου. Καί γι᾿ αὐτό, καί ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός, σήμερα, πού ἑορτάζομε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος, Σέ ἱκετεύω:
Ὅσα σοῦ ζήτησα γιά σωτηρία μου, δῶσέ τά μου. Ναί, Κύριε, πλουσιοπάροχε καί πανάγαθε, μεγάλε Εὐεργέτη ὅλων μας· τόσο, πού μᾶς δίνεις πάντοτε πιό πολλά ἀπό ὅσα σοῦ γυρεύουμε· Σύ, πού εἶσαι πάντοτε γεμᾶτος εὐσπλαγχνία καί συμπόνια· Σύ, πού ἔγινες γιά χάρη μας ἄνθρωπος, σέ ὅλα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία· καί μᾶς ἀγαπᾶς τόσο, πού, ὅταν μᾶς βλέπεις νά λυγίζωμε τά γόνατά μας, λυγίζεις καί Σύ ἀπό ἀγάπη, ἀπό εὐσπλαγχνία καί ἀπό καλωσύνη γιά μᾶς, καί συγχωρεῖς τίς ἀμαρτίες μας.
Ἄκουσέ με ἀπό τόν ἅγιο Θρόνο Σου, Κύριε.
v Λυπήσου τόν κόσμο Σου, Κύριε.
v Ἁγίασε τό λαό Σου.
v Φύλαξέ τόν κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν πτερύγων Σου.
v Μή μᾶς παραβλέπεις. Μή μᾶς ξεχνᾶς. Ἔργα τῶν χειρῶν Σου εἴμαστε!
Σέ σένα μόνο ἁμαρτάνομε· ἀλλά καί Σένα μόνο λατρεύομε.
Δέν προσκυνήσαμε ποτέ ἄλλον Θεό. Ποτέ δέν ἁπλώσα-με παρακλητικά τά χέρια μας σέ ἄλλον, ἐκτός ἀπό Σένα, Θεό!
v Ἄφησε τά παραπτώματά μας. Συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας.
v Δέξου τήν ἱκεσία, πού γονατιστοί Σοῦ ἀπευθύνομε.
v Ἅπλωσε μας χέρι βοηθείας.
Καί πρόσδεξε τήν προσευχή μας, σάν θυμίαμα δεκτό καί εὐάρεστο, πού φθάνει ἐνώπιον τῆς ὑπεράγαθης βασιλείας Σου. Μέ τίς πρεσβεῖες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου καί ὅ-λων τῶν ἁγίων Σου. Ἀμήν.


ΣΤΑΣΙΣ Γ´

Χριστέ ὁ Θεός, ἡ ἀστείρευτη πηγή τῆς ζωῆς καί τοῦ φωτός· Σύ, πού μᾶς δίνεις ζωή καί φῶς· ἡ συναΐδια μέ τόν Πατέρα δημιουργική δύναμη· πού ἐξεπλήρωσες μέ τόν καλλίτερο τρόπο ὁλόκληρη τήν θεία Οἰκονομία, γιά τήν σωτηρία μας·
Σύ, πού ἔκοψες τά ἄλυτα δεσμά τοῦ θανάτου.
Σύ, πού ἔσπασες τίς κλειδωμένες πύλες τοῦ ἅδου καί πάτησες κάτω ἀπό τά πόδια Σου ὅλα τά πονηρά πνεύματα.
Σύ, πού πρόσφερες, θυσία ἄμωμο γιά μᾶς, τόν ΕΑΥΤΟ Σου, τό σῶμα Σου τό ἄχραντο, τό ἄθικτο καί ἀμόλυντο ἀπό κάθε ἁμαρτία, καί μέ τήν φρικτή αὐτή καί ἀνέκφραστη ἱερουργία, μᾶς ἐχάρισες τήν αἰώνια ζωή.
Σύ, πού κατέβηκες στόν ἅδη καί ἔσπασες τίς πύλες του καί ἔλευθέρωσες τούς δεσμίους του, ἐνῶ ἀντίθετα τόν ἀρχέκακο καί βύθιο δράκοντα, μέ ἕνα δόλωμα θεόσοφο, τόν ἔπιασες στό ἀγκίστρι Σου, καί τόν ἔδεσες μέ βαριές ἁλυσίδες ζόφου· καί μέ τήν ἀπειροδύναμη ἰσχύ Σου, τόν ἔρριξες στά τάρταρα τοῦ ἅδη, στό πῦρ τό ἄσβεστο, στό σκότος τό ἐξώτερο,
Σύ, ἡ μεγαλώνυμη σοφία τοῦ Θεοῦ Πατέρα,
Σύ, ὁ μεγάλος συμπαραστάτης τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού περνάει πειρασμό,
Σύ, πού ρίχνεις τό φῶς Σου ἀκόμη καί, σέ ἐκείνους πού ζοῦν σέ χώρα καί σκιά θανάτου,
Σέ Σένα στρεφόμαστε, Χριστέ, αἰώνιας δόξας Κύριε, καί Υἱέ ἀγαπητέ τοῦ Ὕψιστου Πατέρα· ἀΐδιο φῶς, ἐξ ἀϊδίου φωτός· ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης· καί Σέ παρακαλοῦμε, ἐπάκουσέ μας:
Ἀνάπαυσε τίς ψυχές τῶν δούλων Σου, τῶν κεκοιμημένων πατέρων καί ἀδελφῶν μας, καί τῶν λοιπῶν κατά σάρκα συγγενῶν μας, καί ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν. Σοῦ τούς μνημονεύομε, γιατί ἔχεις ἐξουσία σέ ὅλα, καί στά χέρια Σου κρατᾶς ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς.
Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ τῶν πατέρων μας, καί Κύριε τοῦ ἐλέους· Κύριε, καί τοῦ θνητοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων· καί τῶν ἀθανάτων ἀγγέλων· Δημιουργέ τῆς φύσης τῶν ἀνθρώ-πων, πού σέ μιά στιγμή ἔρχεται στόν κόσμο· καί σέ μιά στιγμή πάλι ξαναφεύγει· Κύριε,τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου· καί τῆς ἐδῶ συμπεριφορᾶς μας· καί τῆς ἐκεῖ μεταστάσεως μας.
Σύ, πού μετρᾶς τά χρόνια μας· καί ὁρίζεις στόν καθένα μας τήν στιγμή τοῦ θανάτου.
Σύ, πού κατεβάζεις στόν ἅδη, ἀλλά καί βγάζεις ἀπό τόν ἅδη.
Σύ, πού μέ τήν ἀρρώστια μᾶς εὐεργετεῖς – καί ὑγιεῖς, μᾶς ἀφήνεις ἐλεύθερους!
Σύ, πού οἰκονομεῖς ὅλα τά ἐδῶ γιά τήν σωτηρία μας, καί τά μέλλοντα τά κατευθύνεις στό καλό· καί σ᾿ ἐκείνους πού πέθαναν, τούς δίνεις πάλι ζωή καί ἐλπίδα γιά σωτηρία καί ἀνάπαυση.
Σύ, Δέσποτα παντοκράτορ, Θεέ καί Σωτήρα μας, ἐλπίδα τοῦ κόσμου ὁλόκληρου.
Σύ, πού αὐτήν τήν τελευταία μεγάλη καί σωτήρια ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μᾶς ἐφανέρωσες τό μυστήριο τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου, συναΐδιας, ἀδιαιρέτου καί ἀσυγχύτου Τριάδος, καί μέ μορφή πυρίνων γλωσσῶν ἐξέχεες στούς ἁγίους ἀποστό-λους Σου, τήν ἐπιφοίτηση καί τήν παρουσία τοῦ ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σου Πνεύματος, καί τούς ἔκαμες Εὐαγγελιστές, κήρυκες καί ὁμολογητές τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης μας καί τῆς ἀληθινῆς θεολογίας.
Σύ, πού κατά τήν μεγάλη αὐτή καί σωτήρια γιά μᾶς ἑορτή, καταδέχεσαι τίς ταπεινές μας προσευχές γιά τούς νεκρούς, καί τούς δίνεις ἄνεση καί ἀναψυχή ἀπό τήν θλιβερή κατάστασή τους, ἐπάκουσέ μας, τούς ταπεινούς Σου δούλους!
Καί ἀνάπαυσε, Κύριε, τίς ψυχές ὅλων τῶν κεκοιμημένων δούλων Σου, σέ τόπο φωτεινό, σέ τόπο χλοερό, σέ τόπο ἀναψυχῆς, σέ τόπο πού δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός· κατάταξε τά πνεύματά τους σέ σκηνές δικαίων· καί κάμε τους να ἔχουν εἰρήνη καί ἄνεση.
Σέ παρακαλοῦμε ἐμεῖς, γιατί οἱ πεθαμένοι, πού βρίσκονται στόν ἅδη, δέν ἔχουν δικαίωμα, οὔτε νά Σέ ὑμνοῦν, οὔτε νά Σοῦ μιλᾶνε γιά μετάνοια καί γιά ἐξομολόγηση.
Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί Σέ δοξολογοῦμε.
Ἐμεῖς Σέ ἱκετεύομε.
Ἐμεῖς Σοῦ προσφέρομε εὐχές ἐξιλεωτικές καί θυσίες καί λειτουργίες, γιά τίς ψυχές τους.
* * *
Θεέ μας, μεγάλε καί αἰώνιε, ἅγιε καί φιλάνθρωπε, Σύ πού μᾶς ἀξίωσες νά στέκωμε αὐτήν τήν ὥρα μπροστά στήν ἀπρόσιτη δόξα Σου, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά αἰνοῦμε τά μεγαλεῖα Σου,
Ἀντιμετώπισε μας σπλαγχνικά τούς ἀναξίους δούλους Σου.
Δῶσε μας χάρη, νά Σοῦ προσφέρωμε μέ συντριβή καρδιᾶς καί μέ ταπείνωση, χωρίς ἀερολογίες, ἐγωισμό, χωρίς ἔπαρση, τόν τρισάγιο ὕμνο καί τήν εὐχαριστία μας, γιά τίς τόσες δωρεές Σου, τά τόσα καλά, πού ἔκαμες καί συνεχίζεις νά κάνεις σέ μᾶς.
Θυμήσου, Κύριε, ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι ἄνθρωποι. Μή μᾶς τιμωρεῖς γιά τίς ἁμαρτίες μας. Δεῖξε καί σέ μᾶς τούς ταπεινούς τό ἔλεός Σου· καί βοήθησέ μας, νά ἀποφεύγωμε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας· καί, τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, νά βαδίζωμε στό φῶς τῆς δικαιοσύνης Σου.
Ἀξίωσέ μας, νά ἐνδυθοῦμε τά ὅπλα τοῦ φωτός· νά μή μπορεῖ πιά ὁ διάβολος, νά μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει, μέ τίς ἐπιβουλές του καί μέ τίς πονηρίες του· Ἀξίωσέ μας νά ἔχωμε θάρρος, νά Σέ δοξάζωμε μέ παρρησία γιά ὅλα, Ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό καί φιλάνθρωπο Θεό.
Καί πρό παντός Δέσποτα Κύριε, καί Δημιουργέ τοῦ κόσμου, νά Σέ δοξάζωμε καί νά Σέ εὐχαριστοῦμε γι᾿ αὐτό τό μεγάλο μυστήριο, γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη Σου εὐεργεσία, πού εἶναι ἡ προσωρινή διάλυση τῶν σωμάτων μας καί ἡ ἀνάστα-σή τους πάλι καί ἡ ἀνάπαυση στούς αἰῶνες.
Τό λέμε καί τό διακηρύττομε: Ὅλα σέ Σένα τά χρωστᾶ-με.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν εἰσοδό μας στόν κόσμο τοῦ-το.
Σέ Σένα χρωστᾶμε καί τήν ἔξοδό μας, πού εἶναι γιά μᾶς, σύμφωνα μέ τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή Σου, τό προμήνυμα καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς χωρίς τέλους ζωῆς, τήν ὁποί-α θά ἀπολαύσωμε ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας κοντά Σου.
Γιατί Σύ, Κύριε, εἶσαι γιά μᾶς, ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως· Σύ μᾶς ἔδειξες, πῶς πρέπει νά ζοῦμε στήν ζωή αὐτή· Σύ εἶσαι ὁ φιλάνθρωπος Κριτής μας, καί μισθαποδότης μας· ὁ Κύριος μας· καί ὁ Δεσπότης μας· πού ἀπό ἄκρα συγκατάβαση, ἐπῆρες σάρκα καί αἷμα, ἴδια μέ μᾶς· Καί ἀφοῦ ἔτσι γεύθηκες τά πάθη μας τά ἀδιάβλητα, ξέρεις πιά, καί μᾶς κρίνεις μέ εὐσπλαγχνία καί μέ συγκατάβαση· καί ἀφοῦ Σύ στά ἅγια Πάθη Σου, πέρασες πειρασμούς τόσο σκληρούς, ξέρεις, πόσο χρειαζόμαστε βοήθειά καί παρεμβαίνεις αὐταπάγγελτα, καί μᾶς ἐνισχύεις.
Μᾶς δίνεις δύναμη νά ἀγωνιζόμαστε, νά φθάσωμε στήν δική Σου ἁγία ἀπάθεια καί μεῖς.
Δέξου λοιπόν, Δέσποτα Χριστέ, τίς δεήσεις καί τίς ἱκεσίες μας. Ἀνάπαυσε τούς πατέρες μας, τίς μητέρες μας, τούς ἀδελφούς μας, τίς ἀδελφές μας, τά τέκνα μας, καί κάθε ἄλλον συγγενῆ καί ὁμογενῆ μας· καί ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ψυχές, πού ἀναπαύθηκαν μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Κατάταξε τά πνεύματα καί τά ὀνόματά τους στό βιβλίο τῆς ζωῆς, στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ· στήν χώρα τῶν ζώντων, στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.
Ὁδήγησέ μας ὅλους, μέ ὁδηγούς τούς φωτεινούς ἀγγέλους σου, κοντά Σου. Καί ὅταν θά ἔλθει ἡ ἡμέρα καί ἡ ὥρα, πού Σύ ὥρισες, ἀνάστησε καί τά σώματά μας, κατά τίς ἀληθεῖς ὑποσχέσεις Σου.
Δέν ὑπάρχει θάνατος, Κύριε, γιά μᾶς τούς δούλους Σου. Δέν εἶναι θάνατος γιά μᾶς, οὔτε συμφορά, ὅταν φεύγωμε ἀπό τό σῶμα καί ἐρχόμαστε σέ Σένα, τόν Θεό μας. Μετάβαση εἶναι. Ἀπό μιά κατάσταση λυπηρή, σέ μιά ἄλλη πιό καλή καί πιό χαρούμενη! Ἀνάπαυση εἶναι καί χαρά!
Καί ἄν σέ κάτι Σέ πικράναμε, σπλαγχνίσου μας. Κανένας δέν θά βρεθῆ ἐνώπιον Σου καθαρός ἀπό ρύπο ἁμαρτίας, ἔστω καί ἄν ἡ ζωή του εἶναι μιά ἡμέρα μόνο. Ἕνας ὑπῆρξε στήν γῆ ἀναμάρτητος. Σύ, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ἀπό τόν ὁποῖο ὅλοι μας ἐλπίζομε νά βροῦμε ἔλεος καί ἄφεση ἁμαρτιῶν.
Γι᾿ αὐτό, Κύριε, σάν ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός, καί σέ μᾶς καί σέ ὅλους τούς κεκοιμημένους, συγχώρησέ μας τά παραπτώματά μας· τά ἑκούσια καί τά ἀκούσια· τά ἐν γνώσει· τά ἐν ἀγνοία· ὅσα θυμόμαστε καί ὅσα ξεχάσαμε· εἴτε τά διαπράξαμε μέ λόγο, εἴτε μἐ ἔργο, εἴτε κατά διάνοια, εἴτε μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, καί μέ ὁποιαδήποτε κίνηση, καί ἄν τά ἐκάμαμε!
Καί ἐκείνους μέν, πού πρόλαβαν καί ἔφυγαν, ἐλευθέρωσέ τους ἀπό κάθε βάρος καί κρῖμα. Καί δῶσε τους ἄνεση.
Καί ἐμᾶς, πού στέκομε γονατιστοί μπροστά Σου, εὐλόγησέ μας· καί δῶσε, καί σέ μᾶς, καί σέ ὅλο τόν λαό Σου, τέλος καλό καί εἰρηνικό· καί τήν φρικτή καί φοβερή ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Σου, ἄνοιξε καί σέ μᾶς τά σπλάγχνα τοῦ ἐλέους Σου καί τῶν οἰκτιρμῶν Σου. Καί κάμε μας ἄξιους, νά μποῦμε ὅλοι στήν βασιλεία Σου, τήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη, μέ τίς πρεσβείες τῆς πανάχραντης Μητέρας Σου. Ἀμήν.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017


Κυριακή των Αγίων Πατέρων. 28/05/2017.
(Ιωάννη κεφ. ιζ' στίχοι 1-13).


Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Το σημερινό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει την προσευχή, που Κύριος έκανε μετά από το Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεσθημανή. Την ονομάζουμε αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Η Εκκλησία διαβάζει αυτή την ευαγγελική περικοπή, γιατί σήμερα γιορτάζει την ιερή μνήμη των Αγίων Πατέρων, που πήραν μέρος στην Α' Οικουμενική-Σύνοδο (325 μ.Χ.) Η Εκκλησία πανηγυρίζει σήμερα, γιατί επικράτησε η αλήθεια για τη Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.


Κείμενο:
Τω καιρώ εκείνω επάρας ο Ιησούς τους οφθαλμούς αύτού εις τον ούρανόν είπεν· πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασαν σου τον υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε, καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν.
Εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ό δέδωκας μοι ίνα ποιήσω· και νυν δόξασον με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον πρό του τον κόσμον είναι παρά σοί.
Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκας μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι. Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκας μοι παρά σου εστίν· ότι τα ρήματα ά δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθαν, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας. Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκας μοι, ότι σοι εισί, και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς. Και ούκέτι είμι εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κοσμώ εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον εν τω ονόματι σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς.
Ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματι σου· ους δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο, ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την έμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς».


Μετάφραση:
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· Πατέρα, ήλθε η ώρα. Δόξασε τον υιό σου και ο υιός σου θα σε δοξάσει. Γιατί του έδωσες εξουσία πάνω σ' όλους τους ανθρώπους για να δώσει σ' όλους αυτούς που του έδωσες ζωή αιώνιο. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και τον Ιησού Χριστό, που απέστειλες στον κόσμο.
Εγώ σε δόξασα στη γη, τελείωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, κοντά σου με εκείνη τη δόξα που είχα μαζί σου πριν από την κτίση του κόσμου.
Φανέρωσα το όνομα σου στους ανθρώπους που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήταν και τους έδωσες σε εμένα· αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα· γιατί εγώ τα λόγια που μου έδωσες έδωσα σ' αυτούς, και αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν στ' αλήθεια πως εγώ βγήκα από σένα, και πίστεψαν πως εσύ με απέστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ· δεν- παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί ανάμεσα τους. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως βρίσκονται στον κόσμο και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξε τους στο όνομα σου, για να είναι ένα, όπως εμεις.
Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαγα στο όνομα σου· αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ' αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο υιός τηο απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή. Και τώρα έρχομαι σ' εσένα και λέγω αυτά, ενώ ακόμα βρίσκομαι στον κόομο, για να είναι γεμάτοι από τη δική μου χαρά.


ΑΝΑΛΥΣΗ
1. Η Εκκλησία, όπως είπαμε, έχει αφιερώσει τη σημερινή Κυριακή στους άγιους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Με αυτοκρατορικό διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκεντρώθηκαν 318 Πατέρες της Εκκλησίας μας για να καταδικάσουν τη φοβερή αίρεση του Αρείου. Δεν μπορούσε με πίστη και ταπείνωση να δεχτεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Δηλαδή πως ο Θεός είναι στη φύση Του Ένας, αλλά Τριαδικός στα Πρόσωπα. Είναι ο Θεός Πατέρας, ο Θεός Υιός και ο Θεός ʼγιο Πνεύμα. Έλεγε τάχα τις, πως δεν μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί, γι' αυτό και δεχόταν με τη μικρή και σφαλερή ανθρώπινη σκέψη του, πως ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού.
2. Αυτή η διδασκαλία ήταν φοβερή απειλή για τα μέλη της Εκκλησίας και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Ο Χριστός μας λυτρώνει και μας σώζει από την αμαρτία, γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος με τον Ουράνιο Πατέρα του. ʼλλωστε ο ίδιος μας βεβαιώνει στο Ευαγγέλιο: «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (=είμαστε ένα). Τέτοιοι σωσμένοι άνθρωποι υπήρχαν και υπάρχουν πάντα στην Εκκλησία μας. Οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι άγιοι και οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι η τρανότερη απόδειξη της Θεότητας του Ιησού Χριστού.
3. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος με επικεφαλής τον άγιο Αθανάσιο καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ως εσφαλμένη, ψεύτικη και γεμάτη από πλάνη. Η Εκκλησία μας ζει καθημερινά το θαύμα της εν Χριστώ σωτηρίας και αγιότητας των ανθρώπων. Όλα τα θαύματα των Αγίων μας εμψυχώνονται από τη θεϊκή δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Εκκλησία μας ονομάζει τον Κύριο: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών», «ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, αθάνατος υπάρχων... είς ων (=ένας υπάρχει) της Αγίας Τριάδος συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι». «Πατέρα Υιόν και ʼγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».
4. Στην αρχιερατική του προσευχή ο Κύριος προσεύχεται στον επουράνιο Πατέρα του: α) για τους μαθητές του, β) για εκείνους τους ανθρώπους, που θα πιστέψουν στο όνομα του και θα είναι όλοι ενωμένοι στην Αγία Εκκλησία, γ) ζητεί να βρεθούν όλοι οι άνθρωποι κοντά του, στον Παράδεισο, ώστε να απολαμβάνουν τη δόξα που είχε ο Χριστός με τον Πατέρα του· πριν ακόμα κτιστεί ο κόσμος. Αυτό μας φανερώνει πολύ καθαρά την αλήθεια της Θεότητας του Ιησού Χριστού.


Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:


«Ομολογούμεν τον Κύριον ημών Ιησούν ριστόν, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον» (Απόφαση της Γ Οικουμενικής Συνόδου, στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).


Ε' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ


«Τι θα πει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία; θα πει να μην αφήνουμε τη θρησκεία μας και την πίστη μας. Θα πει να έχουμε ανάμεσα μας αγάπη, εκείνη την αγάπη, που μας διδάσκει ο Χριστός. Θα πει να μην λείπουμε από τη θεία Λειτουργία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός και όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία είναι με το Χριστό».


(Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Λόγος Παρακλήσεως, Κοζάνη 1967).

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Μαϊου 2017, Κυριακή του Τυφλού. Ευαγγελιστής Ιωάννης κεφάλαιο θ’ στίχοι: 1-38.

 Κείμενο: Τω καιρώ εκείνω παράγων ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες; ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οί γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς- ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δε εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ήμέρα εστίν έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Όταν εν τω κόσμω, φως ειμί του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ· ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος. Απήλθεν ούν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ούν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον ούχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμί. Έλεγον ούν αυτώ· πώς ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; απεκριθη εκείνος και είπεν άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισε μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι· υπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ούν αυτώ· που εστίν εκείνος; λέγει· ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτέ τυφλόν. Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αύτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ούν ήρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. ο δε είπεν αυτοίς· πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ούν εκ των Φαρισαίων τινές· ούτος ο άνθρωπος ουκ εστί παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; και σχίσμα ην εν αυτοίς. Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· ούτος εστίν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πώς ούν άρτι βλέπει; απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη. Πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. Εφώνησαν ούν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ός ην τυφλός, και είπον αυτώ· δός δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν. Απεκρίθη ούν εκείνος και είπεν ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν τι εποίησέ σου; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Άπεκρίθη αυτοίς· είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ελοιδόρησαν αυτόν και είπον συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσή λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ' εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ηνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον αυτώ· εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; απεκρίθη εκείνος και είπε: και τίς εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς- και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ.

    Μετάφραση: 
 Εκείνο τον καιρό, καθώς περνούσε ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τότε τον ρώτησαν οι μαθητές του και του λέγουν διδάσκαλε, ποιός αμάρτησε, αυτός η οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός; Αποκρίθηκε ο Ιησούς· ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ' αυτόν τα έργα του Θεού. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα' έργα εκείνου που με έστειλε, ως που ακόμη είναι ημέρα· έρχεται νύχτα όπου κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Όταν είμαι στον κόσμο, φως εί· μαι του κόσμου. Αφού είπε αυτά έφτυσε χάμω και με το σάλιο έκαμε λάσπη και έβαλε τη λάσπη πάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε: πήγαινε να νιφτείς στη δεξαμενή του Σιλωάμ, που στα ελληνικά θέλει να πει «απεσταλμένος». Πήγε λοιπόν και νίφτηκε και ήλθε βλέποντας. Ο γειτόνοι του λοιπόν και εκείνοι που τον έβλεπαν και ήξεραν πως πρώτα ήταν τυφλός, έλεγαν αυτός δεν είναι που καθόταν και ζητιάνευε; Αλλοι έλεγαν πως αυτός είναι· άλλοι πως κάποιος όμοιος του· εκείνος έλεγε πως εγώ είμαι· του έλεγαν λοιπόν πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου; Αποκρίθηκε εκείνος και είπε· ένας άνθρωπος που λέγεται Ιησούς έκαμε λάσπη και έβαλε πάνω στα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν και νίφτηκα και είδα το φως μου. Του είπαν: που είναι εκείνος; Λέγει· δεν ξέρω. Παίρνουν τον άλλοτε τυφλό και τον πηγαίνουν στους Φαρισαίους. Ήταν δε Σάββατο όταν έκαμε τη λάσπη ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Ρωτούσαν λοιπόν πάλι οι Φαρισαίοι τον άλλοτε τυφλό, πώς είδε το φως του· και αυτός τους είπε· έβαλε λάσπη πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους· αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από το Θεό, γιατί δε φυλάει την αργία του Σαββάτου. Άλλοι έλεγαν πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα; Έτσι χωρίστηκαν οι γνώμες μεταξύ τους. Λέγουν πάλι στον τυφλό. Συ τι λες γι' αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί τα δικά. σου μάτια άνοιξε. Και αυτός είπε πως; είναι προφήτης. Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι γι' αυτόν πως ήταν τυφλός και είδε το φως του, μέχρι που φώναξαν τους γονείς του και τους ρώτησαν λέγοντας τους, αυτός είναι ο γιος σας, που λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει; Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του και είπαν ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας και πως γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε η ποιος του άνοιξε τα μάτια δεν ξέρουμε· ο ίδιος είναι σε ηλικία, τον ίδιο να ρωτήσετε ο ίδιος θα πει για τον εαυτό του. Αυτά είπαν οι γονείς ταυ, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους· γιατί είχαν κάνει κιόλας συμφωνία οι Ιουδαίοι, ώστε αν κανείς ομολογήσει το Χριστό, να τον διώξουν από τη Συναγωγή. Γι' αυτό οι γονείς του είπαν πως ο ίδιος έχει ηλικία, και να ρωτήσουν τον ίδιο. Για δεύτερη λοιπόν φορά φώναξαν τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν. Να δοξάζεις το Θεό· εμείς ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Εκείνος απάντησε και είπε. Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. ένα ξέρω, πως πριν ήμουν τυφλός και εδώ και λίγη ώρα βλέπω. Του είπαν πάλι' και τι σου έκαμε; Με ποιο τρόπο σου άνοιξε τα μάτια; Εκείνος τους απάντησε: λίγο πριν σας είπα και δκν ακούσατε; τι πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθητές του; Εκείνοι γέλασαν μαζί του και είπαν εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. Εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, γι' αυτόν όμως εδώ δεν ξέρουμε από πού είναι. Ο άνθρωπος απάντησε και είπε· εσείς δεν ξέρετε από πού είναι και αυτό είναι περίεργο, και όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά ακούει εκείνους που τον σέβονται και κάνουν το θέλημα του. Από τότε που κτίστηκε ο κόσμος δεν ακούστηκε πως άνοιξε κανείς τα μάτια ενός ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε vm κάνει τίποτα τέτοιο, αν δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος από το Θεό. Του απάντησαν και είπαν εσύ είσαι βουτηγμένος μέσα στις αμαρτίες και τώρα διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω. Ο Ιησούς άκουσε πως τον έβγαλαν έξω και του είπε, όταν τον βρήκε· συ πιστεύεις στον υιό του Θεού; Εκείνος απάντησε και είπε· Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω; Ο δε Ιησούς του είπε· και τον είδες και αυτός που σου μιλεί αυτός είναι. Και είπε αυτός· πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε.

 Σχόλια: 
 ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ!
 «Εποίησε πηλόν…και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού» Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ Ιησούς Χριστός κατά την επίγεια ζωή του δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για την ψυχή αλλά και για το σώμα του ανθρώπου. Και το ενδιαφέρον Του αυτό το έδειξε με πολλούς τρόπους, προπάντων όμως με τα θαύματα Του. Τα περισσότερα από τα θαύματα του Κυρίου ως σκοπό είχαν την ανακούφιση του σωματικού πόνου και την αποκατάσταση της υγείας του σώματος. Γιατί άραγε; Διότι και το σώμα μας – όχι μόνο η αθάνατη ψυχή μας - είναι δημιούργημα του Θεού. Άρα «καλόν λίαν», όπως και όλα τα άλλα δημιουργήματα (Γεν. 1,31). Διότι το σώμα του ανθρώπου είναι ναός και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 6, 19 – 3, 16). Επιπλέον το σώμα μας είναι ο αξεχώριστος σύντροφος και ο μόνιμος συναγωνιστής της ψυχής στον αγώνα του αγιασμού και της θεώσεως. Γι’ αυτό, καθώς διδάσκει η Εκκλησία μας, δεν πρόκειται απλώς να αναστηθεί, αλλά αφθαρτισμένο θα συμμετάσχει και θα απολαύσει τη δόξα και την ευφροσύνη της θείας Βασιλείας. Μαζί με την ψυχή, με την οποία έζησε και αγωνίστηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας ζωής. Έχει, λοιπόν, μεγάλη αξία το ανθρώπινο σώμα σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη. Κάθε επιμέρους όργανο, κάθε σωματική λειτουργία συνεργεί στη σωτηρία μας. Έτσι όλα τα όργανα του σώματος μας, η καλή τους κατάσταση και η φυσιολογική τους λειτουργία, αποκτούν μια ιδιαίτερη πνευματική σημασία. Αυτό συμπεραίνουμε και από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού έρχεται να εξάρει τη σημασία ενός σωματικού οργάνου, όπως είναι τα μάτια μας, και μιας λεπτότατης και καίριας αισθήσεως, όπως είναι η όραση μας. Δυο πολυτιμότατα όργανα ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ! Από τα δυο πολυτιμότερα όργανα του σώματος μας. Όχι απλώς διότι είναι «ωτίων πιστότερα», όπως έλεγαν οι αρχαίοι, αλλά διότι αποτελούν, όπως δίδαξε ο Κύριος, τους δυο λύχνους που φωτίζουν το ανθρώπινο σώμα. «Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός» (Ματθ. 6,22). Και η όραση είναι η πιο καίρια και η πιο λεπτή από όλες τις αισθήσεις μας, «η βασιλικωτάτη των αισθήσεων» κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο Μ. Βασίλειος παρομοιάζει τα μάτια με δυο ασώματα χέρια με τα οποία ο άνθρωπος αγγίζει από πολύ μακριά αυτά που θέλει, αυτά που επιθυμεί. «Και ών ταις του σώματος χερσίν», συνεχίζει ο ίδιος διδάσκαλος, «άψασθαι επ’ εξουσίας ουκ έχει, ταύτα ταις των ομμάτων βολαίς περιπτύσσει». Τα μάτια μας αποτελούν μια τέλεια, μοναδική φωτογραφική μηχανή, που έχει τη δύναμη να εντυπώνει στους χώρους της μνήμης μας πλήθος εικόνων, προσώπων, πραγμάτων ή γεγονότων. Και όλοι γνωρίζουμε εκ πείρας πόσο βαθιά χαράζονται μέσα μας όσα συλλαμβάνουμε με τα μάτια μας. Κι αν ακόμη πολύ προσπαθήσουμε, μας είναι τρομερά δύσκολο ή και αδύνατο να εξαλείψουμε από την μνήμη μας ό,τι αποτύπωσαν τα μάτια μας. Η πνευματική σημασία της οράσεως Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΟΜΩΣ των ματιών και η αξία της λειτουργίας τους – της αισθήσεως δηλαδή της οράσεως – δεν είναι μόνο φυσική αλλά ηθική και πνευματική. Το πως και το τι βλέπουμε, επηρεάζει ιδιαίτερα την πνευματική μας ζωή. Τα μάτια μας, αν τα αφήσουμε αφύλακτα και ανεξέλεγκτα, εύκολα μεταβάλλονται σε δυο κλέφτες της αμαρτίας. Οι εικόνες που μεταφέρουν μέσα μας γεννούν στην καρδιά μας τις εμπαθείς επιθυμίες και μας εξωθούν αρχικά να αμαρτήσουμε με τη φαντασία, αργότερα δε και έμπρακτα. Μας το επισήμανε με πολλή σαφήνεια ο Κύριος: «Πας ο βλέπων γυναίκα εις το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5, 28). Ο άνθρωπος εύκολα αιχμαλωτίζεται από τα μάτια του. Και τα όσα εφάμαρτα βλέπει τον αναστατώνουν εσωτερικά και τον παρασύρουν στη δίνη των σαρκικών επιθυμιών. Ας θυμηθούμε το αξίωμα των αρχαίων «εκ του οράν τίκτεται το εράν». Αυτό που βλέπουμε με φιλήδονη περιέργεια εξάπτει την επιθυμία και παγιδεύει την καρδιά μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του προφητάνακτος Δαβίδ. Η θέα από το δώμα των ανακτόρων του της γυμνής Βηρσαβεέ που λουζόταν, τον παρέσυρε σε δυο φρικτά αμαρτήματα, τη μοιχεία και το φόνο (Β’ Βασιλ. 11,2). «Οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν» ΤΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΜΑΣ χρειάζεται; Να προσέχουμε τα μάτια μας. Να ελέγχουμε το πως και το τι βλέπουμε. Η όραση μας να είναι ορθή και άμεμπτη. «Οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν...», συνιστά ο σοφός Σολομών. Και προσθέτει λίγο πιο κάτω: «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς» (Παροιμ. 4, 25 – 6,25). Οφείλουμε να βλέπουμε τους άλλους με απλότητα. Χωρίς πονηρία και φιλήδονη περιέργεια. Είναι άραγε εύκολο κάτι τέτοιο; Όχι, διότι τα πάθη που φωλιάζουν στην καρδιά μας μάς εξωθούν να βλέπουμε τους άλλους με αμαρτωλή περιέργεια και εμπάθεια. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να παίρνουμε προφυλάξεις. Να μην αφηνόμαστε στο μολυσμό του χυδαίου θεάματος. Να μην πιάνουμε στα χέρια μας έντυπα γεμάτα ρυπαρότητα και πρόκληση. Να μην περιεργαζόμαστε πρόσωπα με αισχρές διαθέσεις. Η πείρα που απέκτησε ο προφήτης Δαβίδ μετά τη φοβερή πτώση του, τον έκανε να απευθύνεται συχνά στο Θεό και να παρακαλεί: «Απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδείν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118, 37). Την θερμή αυτή ικεσία ας απευθύνουμε κι εμείς προς τον Κύριο την ώρα που κινδυνεύουμε να αιχμαλωτιστούμε από τα μάτια μας. Ο εξαγιασμός της οράσεως ΩΣΤΟΣΟ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ μόνο να προφυλάσσουμε τα μάτια μας από όλα εκείνα που μολύνουν την ψυχή και μας αιχμαλωτίζουν στην αμαρτία. Χρειάζεται και να τα εξαγιάζουμε. Η όραση μας όχι μόνο να μη θητεύει στα πάθη, αλλά να συνεργεί και στον εσωτερικό φωτισμό μας. Πως; Με ποιόν τρόπο; Πρώτον, με τη μελέτη του λόγου του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι το φως και η αλήθεια. Ο άνθρωπος που σκύβει στις αθάνατες σελίδες της Αγίας Γραφής αγιάζει τα μάτια του και φωτίζει τον εσωτερικό του κόσμο. Παύει να βλέπει μόνο φυσικά με τα σωματικά μάτια του κι αρχίζει να βλέπει με μια καινούργια, πνευματική αίσθηση, την όραση της ψυχής του. Τα μάτια μας δεν φωτίζονται πλέον μόνο από το υλικό φως του ήλιου αλλά και με το πνευματικό, που είναι ο Χριστός και η αλήθεια Του. Αυτό παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσεις ο Δαβίδ: «Αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου» (Ψαλμ. 118, 18). Δεύτερον, η όραση μας εξαγιάζεται από τη θέα της δημιουργίας. Ατενίζοντας ο άνθρωπος τα μεγαλειώδη δημιουργήματα του Θεού χαίρεται, αγιάζει την όραση του και ανάγεται στον Δημιουργό. Με τα μάτια της ψυχής του μπορεί να βλέπει πίσω από την ομορφιά και την αρμονία των κτισμάτων το άπειρο κάλλος και την τελειότητα του Θεού. Στον αγιασμό των ματιών μας συντελεί και η θέα των ιερών συμβόλων της λατρείας. Ο ναός, ο διάκοσμος του, οι ιερές εικόνες, το κάθε τι. Όλα επιδιώκουν τον εξαγιασμό των αισθήσεων μας. Να μας ανεβάσουν από την γη στον ουρανό. Να μας βοηθήσουν από τα αισθητά να αναχθούμε στα υπεραισθητά. Οφείλουμε να προσέχουμε ΔΙΑΝΥΟΥΜΕ ΜΙΑΝ εποχή στην οποία δεσπόζει ο homo telespectator, ο άνθρωπος τηλεθεατής. Η εικόνα – και μάλιστα η ηλεκτρονική – έχει εισβάλει κυριαρχικά στη ζωή μας. Ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται ως πολιτισμός του ματιού. Τα μάτια μας καθημερινά βομβαρδίζονται από κάθε λογής εικόνα. Και η πλημμυρίδα αυτή των εικόνων έχει πολλαπλασιάσει τους ηθικούς κινδύνους που διατρέχουμε όλοι, κυρίως όμως τα παιδιά και οι νέοι μας. Δεν είναι υπερβολή αν ισχυριστούμε ότι τα μάτια μας σήμερα τρέφονται από το γυμνό, την ακολασταίνουσα σάρκα και το πολύμορφο έγκλημα. Και όλο αυτό το υλικό της σαπίλας και της διαφθοράς, που στις μέρες μας έγινε το πιο εμπορεύσιμο και κερδοφόρο είδος στην παγκόσμια αγορά, μας σερβίρεται κάτω από το αθώο όνομα της ψυχαγωγίας! Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο λόγος του Θεού και η εμπειρία της Εκκλησίας σήμερα μας προειδοποιεί: Προσοχή στα μάτια σας! Φυλάξτε τα μάτια σας καθαρά! Εξαγιάστε την όραση σας!